Αξιοθέατα

Το ποτάμι της Έρκυνας πηγάζει από το νότιο τμήμα της Λιβαδειάς και διασχίζει το κέντρο της πόλης. Η περιοχή των πηγών του ποταμού, γνωστή ως Κρύα, είναι φυσιολογικό πάρκο, που βρίσκεται στην έξοδο φαραγγιού, ιδιαιτέρου φυσικού κάλους στον πυθμένα του οποίου υπάρχει ποταμός. Μέσα στο φαράγγι υπάρχει ανοιχτό πέτρινο θέατρο με πολύ καλή ακουστική και λιθόστρωτος δρόμος περιπάτου.
Η ίδια η Κρύα, που αποτελεί κύριο τόπο αναψυχής και περιπάτου των κατοίκων της περιοχής, είναι περιοχή μοναδικής ομορφιάς με αιωνόβια πλατάνια και άλλες μορφές βλάστησης, άφθονα νερά, πολλούς σχηματισμούς μικρών καταρρακτών, με στοιχεία αρχιτεκτονικής και πολιτιστικής κληρονομιάς.Επάνω στις πηγές βρίσκεται το Δημοτικό Αναψυκτήριο «ΞΕΝΙΑ». Στην Κρύα εικάζεται ότι βρισκόταν κατά την αρχαιότητα, το Μαντείο του Τροφωνίου Διός με τις πηγές της Λήθης και της Μνημοσύνης, που αποτελούσε τον προπομπό για τους Δελφούς και συγκέντρωνε μεγάλη δύναμη και πλούτη.

 

Στα δυτικά της Κρύας, όπου βρίσκεται το Μεσαιωνικό Κάστρο της Λιβαδειάς, υψώνονται απότομοι λόφοι. Στην περιοχή βρίσκονται παραδοσιακά βιομηχανικά κτίρια από την πρώτη περίοδο βιομηχανικής ανάπτυξης της πόλης (19ου και αρχές 20ου αιώνα). Κατά μήκος της Έρκυνας συναντά κανείς πέτρινα τοξωτά γεφύρια αξιοσημείωτης αισθητικής αξίας και εκπληκτικής τεχνικής, που χρονολογούνται από την εποχή της τουρκοκρατίας έως τις αρχές του αιώνα.

Στο παρελθόν η Έρκυνα χρησιμοποιήθηκε ως αποδέκτης βιομηχανικών και αστικών λυμάτων και απορριμμάτων, με αποτέλεσμα οι παρόχθιες χρήσεις να υποβαθμιστούν. Όλα τα ιστορικά μνημεία και κτίρια είχαν υποστεί σημαντικές φθορές λόγω χρόνου και αλλοιώσεις λόγω μεταγενέστερων παρεμβάσεων και παρουσίαζαν εικόνα ερείπωσης.
Ο Δήμος Λιβαδειάς εκπόνησε ένα πλήρες σχέδιο ώστε να στρέψει πάλι την πόλη προς το ποτάμι, να δημιουργήσει κατά μήκος της Έρκυνας μία ζώνη αναψυχής και πολιτισμού για τους κατοίκους και τους επισκέπτες της περιοχής. Στην περιοχή της Κρύας συγκεντρώθηκαν οι πρώτες παρεμβάσεις, με αποτέλεσμα να μεταμορφώσουν κυριολεκτικά την περιοχή. Κεντρικός στόχος του προγράμματος ήταν η περιβαλλοντική προστασία της περιοχής της Κρύας και η ανάδειξή της σε πόλο έλξης, με συνοχή των χρήσεων και ενοποίηση τους γύρω από τις πηγές και κατά μήκος του ποταμού.

 

Όπως αναφέρθηκε στο παρελθόν η Έρκυνα χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα ως αποδέκτης λυμάτων και απορριμμάτων. Στο σημείο από όπου πηγάζει η Έρκυνα, τόσο οι υπόγειες πηγές υδροδότησης της πόλης όσο και οι επιφανειακές πηγές δεν προστατεύονταν επαρκώς από ρυπαίνουσες δραστηριότητες που προκαλούνταν από αστικές χρήσεις. Τις ίδιες πιέσεις δεχόταν και η φυσική βλάστηση της περιοχής. Ο δρόμος, που οδηγούσε στις πηγές ήταν τσιμεντόστρωτος και χρησιμοποιούνταν από τροχοφόρα οχήματα. Σε όλο το μήκος του ποταμού, οι παρόχθιες κοινόχρηστες εκτάσεις χρησιμοποιούνταν ως χώροι στάθμευσης ή ήταν αδιαμόρφωτες με αποτέλεσμα να συσσωρεύονται σκουπίδια.
Η ανάπλαση της περιοχής την απομόνωνε από επιβαρυντικές χρήσεις ενώ ταυτόχρονα για την απορρύπανση του ποταμού, κατασκευάστηκαν συλλεκτήριοι αποχετευτικοί αγωγοί. Η χάραξη του δρόμου άλλαξε ώστε να γειτνιάζει με το ποτάμι, τοποθετήθηκε χαμηλό κάγκελο κατά μήκος της κοίτης, διακόπηκε η κυκλοφορία και πλακοστρώθηκε. Όλος ο περιβάλλων χώρος διαμορφώθηκε σε χώρους περιπάτου και αναψυχής, η βλάστηση της περιοχής εμπλουτίστηκε με φυτεύσεις, έγιναν συντηρήσεις και προσθήκες αρχιτεκτονικών στοιχείων.
Αναδείχθηκαν στις όχθες του ποταμού ερείπια από παλιά βιομηχανικά κτίρια και συντηρήθηκαν παλιές τοιχοποιίες. Δημιουργήθηκε πλακόστρωτος αμφιθεατρικός χώρος εν επαφή με το ποτάμι, στον οποίο γίνεται η ετήσια λαμπρή εκδήλωση του ΠΑΣΧΑ της Λιβαδειάς. Έγιναν βελτιώσεις και πλακοστρώσεις μικρότερων δρόμων στα σημεία που καταλήγουν στην Κρύα (υπήρχαν μεγάλες κλίσεις με κινδύνους ολισθηρότητας ). Κατασκευάσθηκε μικρή πλατεία στο σημείο διακοπής της κυκλοφορίας, δίπλα στο Κάστρο, και κάτω από αυτή δημιουργήθηκε θολωτό αρχαιολογικό μουσείο για τα ευρήματα της περιοχής, που εξωτερικά σκεπάστηκε και φυτεύτηκε ώστε να μην είναι εμφανές. Ανάπλαση έγινε και στην πλατεία Μητρόπολης στην είσοδο του χώρου. Τέλος, δημιουργήθηκε χώρος πρασίνου και περιπάτου κατά μήκος της Έρκυνας και ενοποιήθηκε με την περιοχή της Κρύας.

Το Φαράγγι

Εκτεταμένη αναδάσωση έγινε στο καταπράσινο σήμερα φαράγγι της Κρύας, που η βλάστησή του είχε υποβαθμιστεί από παρατεταμένες ξηρασίες.
Σε μια από τις απόκρημνες βραχώδεις πλαγιές του βρίσκεται το εκκλησάκι της Ιερουσαλήμ, στο οποίο οδηγούν 700 πέτρινα σκαλοπάτια. Όλα αυτά τα σκαλοπάτια ανακατασκευάστηκαν γιατί με τα χρόνια είχαν υποστεί πολλές φθορές και η ανάβασή τους ήταν δυσχερείς και επικίνδυνη.Στο χείμαρρο δημιουργήθηκε μια μικρή τεχνητή λίμνη, που λειτουργεί ως ταμιευτήρας νερού στις περιόδους ξηρασίας, με ανακυκλοφορία των νερών από τις πηγές.
Μικρές διαμορφώσεις βελτίωσαν την εμφάνιση κατά μήκος του πέτρινου δρόμου, που επιτρέπει τον περίπατο σε μήκος 500 μέτρων μέσα στο φαράγγι και την πρόσβαση στο εξαιρετικό ανοιχτό πέτρινο θέατρο δυναμικότητας περίπου 1500 θεατών.

 

Ο λιθόστρωτος δρόμος καταλήγει σε ένα πλάτωμα, πέρα από το οποίο ο περίπατος, μπορεί να συνεχιστεί με ένα σχετικά δύσβατο μονοπάτι, που οδηγεί στο Τρίχινο Γεφύρι.Στο φαράγγι έχει δημιουργηθεί αναρριχητικό πάρκο με 15 μέχρι σήμερα εξοπλισμένες διαδρομές, διανοιγμένες κατά μήκος του λιθόστρωτου δρόμου.

Ο ελικώνας,το βουνό των Μουσών

Νότια της Λιβαδειάς, εκτείνεται το όρος του Ελικώνα, γνωστό από την εποχή του Ησιόδου ως «βουνό των Μουσών». Η πλούσια βλάστησή του, οι εναλλαγές του τοπίου και τα πυκνά δάση από έλατο, δίνουν στον Ελικώνα μια σπάνια ομορφιά. Ο Ελικώνας είναι άμεσα προσβάσιμος από την Λιβαδειά με πολύ καλό οδικό δίκτυο. Σε απόσταση μόλις 20 λεπτών της ώρας βρίσκεται ο ομώνυμος οικισμός του Ελικώνα (Ζερίκι) μέσα στα έλατα, με ένα γραφικό οροπέδιο, που το χειμώνα μετατρέπεται σε λίμνη.
Στον Ελικώνα λειτουργούν αρκετοί παραδοσιακοί ξενώνες, όπου μπορούν να φιλοξενηθούν οι επισκέπτες της περιοχής. Στο βουνό, μπορεί κανείς να απολαύσει περιπάτους όλες τις εποχές, μέσα από μονοπάτια με άφθονη βλάστηση, ψηλά ελατοδάση και εντυπωσιακά πλούσια χλωρίδα με πολλά νερά και υδάτινους σχηματισμούς.
Σε αυτή την περιοχή μέσα σε μια καταπράσινη ελατόφυτη έκταση 20 στρεμμάτων, σε 1.000 μέτρα υψόμετρο, δημιουργήθηκε και λειτουργεί το Κατασκηνωτικό Κέντρο του Δήμου Λιβαδειάς « Η Παλιομηλιά ». με σεβασμό στο τοπίο και το περιβάλλον κατασκευάστηκε με υλικά την πέτρα και το ξύλο, ένα μικρό χωριό, που μπορεί να φιλοξενήσει 80 άτομα. Οι υποδομές της κατασκήνωσης προσφέρουν άνετη, ασφαλή και ευχάριστη διαμονή, μέσα σε ένα μαγευτικό περιβάλλον με υγιεινό κλίμα. Ο γύρω χώρος έχει διαμορφωθεί κατάλληλη με αθλοπαιδιές, χώρους συγκέντρωσης και αναψυχής, καθώς και μονοπάτια περιπάτου.

Το ανοιχτό θέατρο

Κτισμένο πρόσφατα μέσα στο φαράγγι της Κρύας, το ανοιχτό θέατρο φιλοξενεί κάθε χρόνο πολιτιστικές εκδηλώσεις. Η κατασκευή του είναι εναρμοσμένη τέλεια με το φυσικό περιβάλλον.

 

Το μεσαιωνικό κάστρο

Βρίσκεται πάνω στον λόφο του προφήτη Ηλία, 150 μέτρα πάνω από την πόλη της Λιβαδειάς.
Στις 15 Μαρτίου του 1311, στη μάχη της Κωπαίδος , οι Καταλανοί νικητές των Φράγκων έγιναν ταυτόχρονα και κυρίαρχοι της περιοχής. Οι Καταλανοί θεωρούνται τελικά και οι χτίστες του Κάστρου.Το Κάστρο μαζί με το βυζαντινό εκκλησάκι της Αγίας Σοφίας που βρίσκεται μέσα σε αυτό- είχε για τους Καταλανούς και άλλη ξεχωριστή σημασία. Φυλαγόταν εδώ η Ιερή Κάρα του Αγίου Γεωργίου, «κεφαλή, προστάτις κα μεσίτρια» των βασιλιάδων του Αραγωνικού Οίκου.
Στα 1830 στο Κάστρο, οι Καταλανοί, αντιστέκονται πεισματικά στις επιθέσεις των Ναβαρραίων, μα τελικά υποκύπτουν προδομένοι από έναν Έλληνα του Δυρραχίου.
Το 1460 το κάστρο και μαζί η Λιβαδειά περιέρχονται στην κυριαρχία του Μωάμεθ του Β’.Τα γεγονότα του απελευθερωτικού αγώνα του 1821, οι ηρωισμοί και οι αυτοθυσίες του Διάκου, του Μπούσγου, του Λογοθέτη, και του Μπουγιουκλή, το σκέπασαν με δόξα άφθαρτη. Τρίτο στη σειρά, μετά την Καλαμάτα και τα Σάλωνα, ύψωσε στον ψηλότερο πύργο του τη σημαία της «λευτεριάς» και φυσικά της Λιβαδειάς.
Ξεκίνησε να χτίζεται από τους Φράγκους και ολοκληρώθηκε από τους Καταλανούς τον 14ο αιώνα. Είναι ένα από τα τέσσερα που σώζονται στην Ελλάδα.
Οι παλαιότερες οικοδομικές φάσεις του Μεσαιωνικού Κάστρου της Λιβαδειάς ανάγονται, πιθανότατα, την νεότερη Αρχαιότητα ή στον πρώιμο Μεσαίωνα. Ολοκληρώθηκε από τους Καταλανούς που κατέλαβαν την Λιβαδειά από το 1311 μ.Χ. και έδωσαν ιδιαίτερα προνόμια στην πόλη. Το Κάστρο απετέλεσε σημαντικότατο ορμητήριο και προμαχώνα των Καταλανών. Τον εξωτερικό περίβολο του Κάστρου, περιζώνει ένας απότομος βραχώδεις λόφος, που από τη μία πλευρά καταλήγει στο φαράγγι. Στον ψηλότερο από τους πύργους του Κάστρου ύψωσε η Λιβαδειά την σημαία της επανάστασης το 1821, τρίτη στην σειρά μετά τη Καλαμάτα και τα Σάλωνα. Από εδώ στις 26 Ιουνίου 1821, οι πολιορκημένοι από τους Τούρκους Λιβαδείτες, έκαναν έξοδο και διέφυγαν μαζί με τους άμαχους προς το βουνό, αφήνοντας πίσω τους 60 νεκρούς.
Έχοντας δεχθεί ελάχιστες παρεμβάσεις συντήρησης, οι οχυρώσεις της βορειοανατολικής γωνίας του Κάστρου είχαν υποστεί σημαντικές φθορές. Ο πύργος, που υψώνεται πάνω από την Κρύα, είχε εν μέρει καταστραφεί, ενώ τμήματα των τοίχων του ήταν ετοιμόρροπα. Επί πλέον δεν υπήρχε τρόπος επίσκεψης του.
Σήμερα , κατά τη διάρκεια εργασιών ο Πύργος στερεώθηκε και αποκαταστήθηκαν ορισμένα από τα αρχικά του στοιχεία με τρόπο ώστε οι νέες κατασκευές να διακρίνονται από τις παλιές. Οι ανασκαφικές εργασίες αποκάλυψαν πηγή νερού, που χρησίμευε για τον εφοδιασμό των πολιορκημένων και βρίσκεται κατώτατη στάθμη του Πύργου. Στο εσωτερικό του Πύργου, ανακατασκευάστηκαν τα ξύλινα πατώματα, τοποθετήθηκαν ξύλινες σκάλες και χρησιμοποιείται σήμερα ως εκθεσιακός χώρος που αναπτύσσεται σε τρία επίπεδα. Από τον Πύργο έχει κανείς μία πανοραμική άποψη της περιοχής και της Λιβαδειάς. Όλες οι εργασίες στο Κάστρο έγιναν με μελέτη εγκεκριμένη από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο.
Έξω από τη βορειοανατολική πύλη του Κάστρου κατασκευάστηκαν λιθόστρωτα μονοπάτια που διευκολύνουν στην πρόσβαση και έγινε διαμόρφωση του γύρω χώρου. Μπορεί κανείς ξεκινώντας από εκεί και περπατώντας ανάμεσα στα πεύκα και στα μισογκρεμισμένα καταλανικά τείχη, να φτάσει μέχρι την εκκλησία της Αγίας Σοφίας, από όπου έχει μια εντυπωσιακή θέα προς το φαράγγι.

 

Ο Μύλος

Κτισμένος στις αρχές του αιώνα, αξιοποίησε το νερό της Έρκυνας ως κινητήρια δύναμη. Τις τελευταίες δεκαετίες είχε πλήρως εγκαταλειφθεί και παρουσίαζε εκτεταμένες καταστροφές και αλλοιώσεις, λόγω παρεμβάσεων με πρόχειρα οικοδομικά υλικά. Επιπλέον, υπήρχαν κίνδυνοι τόσο για τους περαστικούς όσο για τα παιδιά και τα άτομα μειωμένης ευθύνης, αφού οι χώροι του ήταν αφύλακτοι και προσπελάσιμοι.

Κατά την διάρκεια των εργασιών αποκατάστασης ανακατασκευάστηκε το πέτρινο αυλάκι που οδηγούσε το νερό στο Μύλο, διατηρήθηκαν τα παλιά θυροφράγματα (κλειδιά υδροδότησης ) αποκαταστάθηκε η παλιά μεγάλη φτερωτή και «μεταφέρθηκε» ένας μικρός καταρράκτης, ώστε να δημιουργηθεί υπαίθριος χώρος. Στο εσωτερικό του Μύλου διαμορφώθηκαν δύο χώροι: ο ένας λειτουργεί ως Συνεδριακό Κέντρο δυναμικότητας 130 ατόμων και ο δεύτερος ως Εστιατόριο. Στο ισόγειο του Μύλου διαμορφώθηκε και λειτουργεί ως Εκθεσιακός Χώρος.

 

Η Νεροτριβή,

βρίσκεται στην είσοδο της περιοχής της Κρύας και πρόκειται για ένα κτίριο που χρησιμοποιήθηκε κυρίως για το πλύσιμο υφαντών αν και κατά την αποκατάσταση διαπιστώθηκαν και άλλες χρήσεις του κτιρίου. Η Νεροτριβή παρουσίαζε εικόνα ερειπίου, αφού το μεγαλύτερο μέρος της στέγης καθώς και ορισμένοι τοίχοι, είχαν καταρρεύσει. Με την αναπαλαίωση, ανασκάφθηκε και ανακατασκευάστηκε το κανάλι που τροφοδοτεί δύο μεγάλες φτερωτές, έγινε αναπαράσταση του χώρου που πλένονταν τα χαλιά, με νερόπτωση στο εσωτερικό του κτιρίου και δημιουργήθηκαν νέοι χώροι. Σήμερα, στην Νεροτριβή λειτουργεί αναψυκτήριο στο ισόγειο, ενώ στο εντυπωσιακό υπόγειο χώρο δημιουργήθηκε Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο.

 

Απέναντι ακριβώς βρίσκεται το Αγροτουριστικό Γραφείο το οποίο κατασκευάστηκε για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών της περιοχής και λειτουργεί δίνοντας τους όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για φιλοξενία, εστίαση, αναψυχή, εκδηλώσεις και αξιοθέατα

 

Ο Πύργος του Ρολογιού,

χτίστηκε στα χρόνια της Φραγκοκρατίας και χρησίμευσε ως Πυρσός. Το 1803, ο λόρδος Έλγιν , χάρισε στην πόλη ένα ρολόι προκειμένου να μην τον εμποδίσουν οι Βοιωτοί Κοτζαμπάσηδες και Αγάδες στις ανασκαφές που έκανε, στα 1803, για το Μαντείο του Τροφωνίου. Το ρολόι τοποθετήθηκε στον Πύργο λόγω της περίοπτης θέσης του.

 

Παλιό Σχολειό, το 3ο Δημοτικό σχολείο είναι μια προσφορά του Ανδρέα Συγγρού από το 1992, βρίσκεται στην συνοικία του Ζαγαρά και λειτούργησε επί χρόνια ως Δημοτικό Σχολείο. Όταν εγκαταλείφθηκε, ο Δήμος το ανακαίνισε και δημιούργησε το πρωτοποριακό Κέντρο Παιδικής Δημιουργίας και Απασχόλησης «Το Παλιό Σχολειό», που λειτουργεί από το 1990.

 

Η Κεντρική Πλατεία Λιβαδειάς

ονομάζονται Εθνικής Αντίστασης και συνδέεται με το τραγικό γεγονός του απαγχονισμού 10 πατριωτών από τους Γερμανούς. Σήμερα η Κεντρική πλατεία μαζί με τον πεζόδρομο της Μπουφίδου, αποτελεί το βασικό τόπο συνάντησης των Λειβαδιτών, με πολλά καφενεία, μπαρ, ουζερί και εμπορικά καταστήματα.
Στην Πλατεία Εθνικής Αντίστασης βρίσκεται και το ιστορικό Ξενοδοχείο «Ελικών», όπου σήμερα στεγάζεται το Δημαρχείο.

 

Στην Πλατεία Λάμπρου Κατσώνη

βρίσκεται το Πανεπιστήμιο της Στερεάς Ελλάδας (Τμήμα Περιφερειακής Οικονομικής Ανάπτυξης) .

 

Η Μητρόπολη

Θέμα άμεσης προτεραιότητας για τους κατοίκους της Λιβαδεάς και για τις αρχές της πόλης αμέσως μετα την απελευθέρωση ήταν η ανέγερση ενός μητροπολιτικού ναού στην Λιβαδειά, αντάξιο της πίστης των κατοίκων της αλλά και της ιστορίας της. Λόγω των καυτών όμως προβλημάτων που αντιμετώπιζε η πόλη, χρειάστηκε να περάσουν πάνω από 20 χρόνια, για να δημιουργηθεί μια επιτροπή, η οποία θα προχωρούσε στις ανάλογες ενέργειες, για την υλοποίηση του θεάρεστου αυτού έργου. Αποφασιστηκε να ανεγερθεί νέος ναός στον χώρο όπου στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας υπήρχε ένα τζαμί. Αμέσως ξεκινησαν οι εργασίες κατεδάφισης του τζαμιού με εθελοντική εργασία. Δεκάδες κάτοικοι ανταποκρίθηκαν στην έκλληση της επιτροπής και εργάστηκαν για την κατεδάφηση του τζαμιού. Όμως τα χρήματα που υπήρχαν ήταν ελάχιστα για την ανέγερση ενός μεγαλου ναού. Ο Αντώνιος Γεωργαντάς Δήμαρχος και Βουλευτής Λιβαδειάς και ο Μητροπολήτης Θηβών και Λεβαδέων Αμβρόσιος έστειλαν στον βασιλιά Όθωνα την εξής επιστολή με την οποία ζητούσαν την συνδρόμή του.

 

« Μεγαλειότατε, η έλλειψης κεντρικού Ναού εν τη πόλη Λεβαδείας, καθισταμένη οσημέραι επαισθητοτέρα, επέφερε τέλος την απόφασιν παρά των αρμοδίων προσώπων του ν’ αναπληρωθή δι’ οικοδομής όσον οίον τε μεγαλοπρεπούς και καταλλήλου και ήδη ήρηατο αυτή προβαίνει μ’ όλην την εντέλειαν.
Επειδή δε τα μέσα όσα προς τον σκοπόν τούτον διετέθησαν επί του τόπου δεν επαρκούσιν προς τελειοποίησιν του προκειμένου Ιερού Ναού, το Δημοτικόν Συμβούλιον επεφόρτισεν ημάς όπως υποβάλωμεν εις τους πόδας του Υψηλού Υμετέρας Μεγαλειότητος θρόνου την ταπεινήν του παράκλησιν του να ευαρεστηθή η Υμ. Μεγαλειότης, ως και εις τους λοιπούς οικοδομηθέντας εις τας διαφόρους του Κράτους επαρχίας, να χορηγήση ανάλογον βοήθειαν προς αποπεράτωσην αυτού. Εκπληρούντες όθεν την ως ερρέθη εντολήν, ευελπιζόμεθα οτι η Υμετέρα Μεγαλειότης θέλει ευδοκήση να ευεργετήση και πάλιν την πόλην της Λεβαδείας. Διατελούμεν της Υμετέρας Μεγαλειότητος ταπεινότατοι και ευπειθέστατοι υπήκοοι και δούλοι.


Ο Θηβών και Λεβαδείας Αβράμιος
Αν. Γεωργαντάς
Αθήναι τη 9 Ιανουαριού 1856».

 

Οι εργασίες για την ανέγερση του ναού ξεκίνησαν στις 21 Νοεμβρίου του 1856, με τα χρήματα που είχε συγκεντρώσει η ερανική επιτροπή. Μετάαπο πολλές περιπέτειες και με τη στήριξη των τοπικών αρχών και του υπουργείου εκκλησιαστικών ο ναός χτίστηκε και αποδόθηκε στους κατοίκους της Λιβαδειάς. Ο ναός αφιερώθηκε στην Θεοτόκο Ελεούσα, λόγω του οτι δίπλα από το παλιό τζαμί, υπήρχε ομικρός ναός, της Υπεραγίας Θεοτόκου, η Ελεούσα. Ο ναός αυτός υπήρξε και εξακολουθεί να είναι το καμάρι των κατοίκων οι οποίοι και την τιμούν και τη σέβονται.

 

Το μαντείο του Τροφωνίου

αναπαράσταση (Ν. Παπαχατζής)

Κάποτε που οι Βοιωτοί υπέφεραν από ανομβρία ρώτησαν το Μαντειό των Δελφών τι πρέπει να κάνουν. Η Πυθία τους χρησμοδότησε πως τη θεραπεία τους πρέπει να την αναζητήσουν στον Τροφώνιο της Λιβαδειάς. Ο πιο μεγάκλος από του θεωρούς , ο Σάων από το Ακραίφνιο, ακολούθησε ένα σμήνος από μέλισσες, που τον οδήγησε σε ένα σπήλαιο. Εκεί βρέθηκε το Μαντείο του Τροφωνίου και ο Σαών έμεινε ως ιερέας του. Ένα από τα πέντε πιο ονομαστά Μαντεία της αρχαιότητας το Μαντείο του Τροφωνίου γνώρισε λαμπρές ημέρες.
Οι χρησμοί που έδωσε αφορούσαν κυρίως την υγεία, τη θεραπεία ασθενειών, την προφύλαξη από το κακό και γενικά από κάθε κίνδυνο που απειλούσε τον άνθρωπο.
Το Μαντείο του Τροφωνίου ήταν γνωστό και έξω από τη Λιβαδειά αφού τόσο ο Κροίσος, βασιλιάς της Λυδίας, όσο και ο Μαρδόνιος, Πέρσης στρατηγός, το συμβουλευόταν για τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις.
Παρά τις παρατεταμένες ανασκαφές που έγιναν κατά καιρούς, η ακριβής θέση του Μαντείου δεν έχει ακόμα ανακαλυφθεί. Το Μαντείο άλλωστε είχε επισκεφθεί και ο ιστορικός Παυσανίας και το περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες.

Η φωτογραφία είναι αναπαράσταση (Ν. Παπαχατζής)

 

Τα Πέτρινα γεφύρια

Τα πολλά γεφύρια, πάνω από το ποτάμι και κυριολεκτικά στην καρδιά της πόλης. Από την εποχή της Τουρκοκρατίας τα περισσότερα, προσδίδουν ένα ξεχωριστό χρώμα στη Λιβαδειά.

 

Τα βιομηχανικά κτίρια

Απομεινάρια μιας έντονης κοινωνικής δραστηριότητας όταν το νερό χρησίμευε ως κινητήρια δύναμη. Κτισμένα στις όχθες του ποταμού έδωσαν στη Λιβαδειά πλούτο και αίγλη και την κατέστησαν την πρώτη βιομηχανική πόλη στις αρχές του αιώνα μας. Η βιομηχανική εξέλιξη σιγά-σιγά τα παρόπλισε και ο οικοδομικός οργασμός στην συνέχεια τα αποτελείωσε. Σήμερα σώζονται δύο Νερόμυλοι, ο ένας μάλιστα με φτερωτή, και μίαΝεροτριβιά, κτίρια που ξεκίνησε η αναπαλαίωση και η αξιοποίησή τους.